Meaning of χαριεντίζομαι | Babel Free
Ορισμοί
-
, αόρ.: χαριεντίστηκα/χαριεντίσθηκα, μτχ.π.π.: χαριεντιζόμενος formal, intransitive
- συζητώ με κάποιον χαρούμενα, ανάλαφρα, παιχνιδιάρικα και κάνοντας αστειάκια
- κάνω συζήτηση όπως στο 1. αλλά επιπλέον με ερωτική διάθεση, υπαινικτικά σχόλια και σκοπό να προκαλέσω το ερωτικό ενδιαφέρον του συνομιλητή μου
Παραδείγματα
“※ Όταν μπήκαν στο μπουντουάρ της οι τρεις άντρες, η Μαρίκα αγνόησε τη χαριτωμένη κοζερί και τα κομπλιμέντα των δύο συνοδών του, και κάρφωσε το βλέμμα της σ' εκείνον που δε μιλούσε πολύ , δε χαριεντιζόταν, μόνο την κοιτούσε σιωπηλός (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκη, 2020)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.