HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χαριεντίζομαι | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. , αόρ.: χαριεντίστηκα/χαριεντίσθηκα, μτχ.π.π.: χαριεντιζόμενος
    formal, intransitive
  2. συζητώ με κάποιον χαρούμενα, ανάλαφρα, παιχνιδιάρικα και κάνοντας αστειάκια
  3. κάνω συζήτηση όπως στο 1. αλλά επιπλέον με ερωτική διάθεση, υπαινικτικά σχόλια και σκοπό να προκαλέσω το ερωτικό ενδιαφέρον του συνομιλητή μου

Παραδείγματα

“※ Όταν μπήκαν στο μπουντουάρ της οι τρεις άντρες, η Μαρίκα αγνόησε τη χαριτωμένη κοζερί και τα κομπλιμέντα των δύο συνοδών του, και κάρφωσε το βλέμμα της σ' εκείνον που δε μιλούσε πολύ , δε χαριεντιζόταν, μόνο την κοιτούσε σιωπηλός (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκη, 2020)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χαριεντίζομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course