Meaning of χαμομηλόλαδο | Babel Free
Ορισμοί
καλλυντικό που παρασκευάζεται με ένα μέρος αποξηραμένου χαμομηλιού και ένα μέρος λαδιού σε γιάλινο βάζο, το οποίο θερμαίνεται ήπια επί αρκετές ώρες σε διπλό μπεν μαρί (χωρίς το βάζο να έρχεται σε επαφή με το ζεστό νερό) και που μετά καθαρίζεται με σουρωτήρι και γάζες ώστε το έλαιο να μην έχει υπολείμματα φυτού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.