Meaning of χαμηλοβλέφαρος | Babel Free
/xa.mi.loˈvle.fa.ɾos/Ορισμοί
- που έχει μισόκλειστα τα βλέφαρα
- που κοιτάει, χαμηλά
- συνώνυμο του ντροπαλός, χαμηλοθώρης και θηλυκό χαμηλοβλεπούσα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.