Meaning of χαλκο- | Babel Free
/xal.ko/Ορισμοί
- το β΄ συνθετικό σχετίζεται με χαλκό
- κάτι έχει το χρώμα ή τις αποχρώσεις του χαλκού
- χαλκέντερος
- χαλκογόνα
- χαλκογράφημα
- χαλκογραφία
- χαλκογραφικός
- χαλκογράφος
- χαλκογραφώ
- χαλκόδετος
- χαλκοειδής
- χαλκόηχος
- χαλκομανία
- χαλκόξανθος
- χαλκοπλάστης
- χαλκοπλαστική
- χαλκοπλαστικός
- χαλκοπράσινος
- χαλκοτύμπανο
- χαλκοτυπία
- χαλκοτυπικός
- χαλκότυπος
- χαλκουργείο
- χαλκουργία
- χαλκουργικός
- χαλκουργός
- χαλκούχος
- χαλκοφόρος
- χαλκόχρωμος
- χαλκοχυτική
- χαλκωματάδικο
- χαλκωματάς
- χαλκωματένιος
- χαλκωρυχείο
- χαλκωρύχος
Παραδείγματα
“χαλκ- (chalk-) + ορυχείο (orycheío, “mine”) → χαλκωρυχείο (chalkorycheío, “copper mine”)”
“χαλκό- (chalkó-) + χρώμα (chróma, “colour”) → χαλκόχρωμος (chalkóchromos, “copper coloured”, adjective)”
“χαλκο- (chalko-) + πράσινος (prásinos, “green”) → χαλκοπράσινος (chalkoprásinos, “oxidised copper green coloured”)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.