Meaning of χαλκοστρωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- δρόμος σε περιοχή πλούσια σε κοιτάσματα χαλκού (μία από τις αποδόσεις του χαλκόπους σε αρχαία κείμενα)
- για δάπεδο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με επίστρωση χαλκού
- που μοιάζει να είναι στρωμένο με χαλκό, που έχει τη χαρακτηριστική θαμπή, κιτρινοπράσινη λάμψη
Παραδείγματα
“το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχε διακόσμηση με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο το δάπεδό του”
“Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ' άγιαζε τα νερά του (Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Θείον Όραμα")”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.