Meaning of χαλινώνω | Babel Free
Ορισμοί
- βάζω χαλινό, χαλινάρι σε άλογο ή άλλο υποζύγιο
- χαλιναγωγώ μια ορμή (σπανιότερη χρήση πλέον)
- περιορίζω, συγκρατώ, μαζεύω(καποιον)
Παραδείγματα
“Πρόσμεινε· μή τήν καταδικάζῃς· σκέψου καλά· χαλίνωσε τήν βίαν τήν φρικτήν σου. ("Βασιλιάς Λήρ" του Σέξπηρ, σε μετάφραση Δημ. Βικέλα, 1885)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.