Meaning of χαλάστρα | Babel Free
/xaˈla.stɾa/Ορισμοί
- κωμόπολη της Θεσσαλονίκης
- γυναικείο επώνυμο
- κάνω χαλάστρα σε κάποιον: καταστρέφω, ματαιώνω τα σχέδια κάποιου
Παραδείγματα
“ήθελε να κάνει έκπληξη στη γυναίκα του, αλλά κάποιος της φανέρωσε το μυστικό και του έκανε χαλάστρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.