Meaning of χαιρέκακος | Babel Free
/çeˈɾe.ka.kos/Ορισμοί
που επιχαίρει με το πάθημα κάποιου που αντιπαθεί, που νιώθει ή δείχνει χαιρεκακία
Παραδείγματα
“χαιρέκακος άνθρωπος, χαιρέκακο γέλιο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.