HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φωτοβολίδα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/fotovoˈliða/

Ορισμοί

το ειδικό βλήμα, είδος πυροτεχνίας, το οποίο με καύση παράγει έντονο και διαρκές φως και χρησιμοποιείται στην έρευνα και διάσωση, αλλά και σε γιορτές και αθλητικές εκδηλώσεις

Ισοδύναμα

English Flare

Παραδείγματα

“ναυτική φωτοβολίδα”
“φωτοβολίδα χειρός (ως σήμα κινδύνου ναυτιλλομένων)”
“φωτοβολίδα αλεξιπτώτου (που εκτοξεύεται ψηλά και πέφτει σταδιακά με αλεξίπτωτο) ώστε οι ναυτιλλόμενοι να την εκτοξεύουν όταν κινδυνεύουν)”
“φωτοβολίδα ερευνών (για παροχή φωτός σε σκοτεινές περιοχές όπως σε νυχτερινή έρευνα για ανεύρεση ναυαγών)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φωτοβολίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course