Meaning of φωνοσπασμία | Babel Free
Ορισμοί
νευρομυϊκή διαταραχή που προκαλεί ακούσιους σπασμούς ή δυσκαμψία στους μυς της ομιλίας, επηρεάζοντας την εκφορά του λόγου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.