HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φωνητικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/fo.ni.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με τη φωνή
  2. τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας

Ισοδύναμα

English Phonetic

Παραδείγματα

“φωνητικές χορδές, φωνητική μουσική”

vocal cords, vocal music

“οι φωνητικές χορδές”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φωνητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course