Meaning of φωνητικός | Babel Free
/fo.ni.tiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τη φωνή
- τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
- σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας
Ισοδύναμα
English
Phonetic
Παραδείγματα
“φωνητικές χορδές, φωνητική μουσική”
vocal cords, vocal music
“οι φωνητικές χορδές”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.