HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φωνητικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
fo.ni.tiˈkos

Ορισμοί

  1. σχετικός με τη φωνή
  2. τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“φωνητικές χορδές, φωνητική μουσική”

vocal cords, vocal music

“οι φωνητικές χορδές”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φωνητικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free