HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυτοτεχνία | Babel Free

Noun CEFR B2
/fi.to.teˈxni.a/

Ορισμοί

κλάδος της γεωπονίας που ασχολείται με τη μελέτη, την καλλιέργεια και τη βελτίωση των φυτών, κυρίως για γεωργικούς, διακοσμητικούς ή οικολογικούς σκοπούς, και ο οποίος περιλαμβάνει πρακτικές και επιστημονικές μεθόδους για την παραγωγή υγιών φυτών και την αύξηση της απόδοσης των καλλιεργειών

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυτοτεχνία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course