Meaning of φυσιοκρατικός | Babel Free
/fi.si.o.kɾa.tiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τη φυσιοκρατία
- οπαδός της φυσιοκρατίας
Παραδείγματα
“Στη διάλεξή του ανέλυσε τη φυσιοκρατική ερμηνεία της χρεωκοπίας”
“Είναι φυσιοκρατικός στις αντιλήψεις του.”
“≋ ταυτόσημα: [[φυσιοκράτης}}”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.