HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυσιοκρατικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/fi.si.o.kɾa.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με τη φυσιοκρατία
  2. οπαδός της φυσιοκρατίας

Παραδείγματα

“Στη διάλεξή του ανέλυσε τη φυσιοκρατική ερμηνεία της χρεωκοπίας”
“Είναι φυσιοκρατικός στις αντιλήψεις του.”
“≋ ταυτόσημα: [[φυσιοκράτης}}”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυσιοκρατικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course