HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυσικοχημεία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. μάθημα του τμήματος Χημείας της Σχολής Θετικών Επιστημών, το οποίο εξετάζει την σχέση φυσικών και χημικών φαινομένων και το οποίο δεν ταυτίζεται με τα μαθήματα "Φυσικής Χημείας" ή "Χημικής Φυσικής"
  2. τα μαθήματα Φυσικής και Χημείας νοούμενα ως σύνολο
    plural

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“στο σχολείο ήταν καλός στα φιλολογικά αλλά στις φυσικοχημείες τελείως σκράπας”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυσικοχημεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course