Meaning of φυλομετάβαση | Babel Free
Ορισμοί
η μετάβαση ενός ανθρώπου ενός φύλου (π.χ. γυναίκα) στο αντίθετο φύλο (π.χ. άντρας), ή η διαδικασία με την οποία ένα άτομο προσαρμόζει την κοινωνική, σωματική ή νομική του ταυτότητα, ώστε να συνάδει με το βιωμένο φύλο του
neologism
Παραδείγματα
“※ Εμμένει ο υπουργός Δικαιοσύνης (…) στην μείωση του ηλικιακού ορίου για την φυλομετάβαση στα 15 έτη, παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί και τις πολιτικές παρενέργειες που πυροδοτεί λόγω της άρνησης των κομμάτων της αντιπολίτευσης (…) να συναινέσουν στην υπερψήφισή της. (www.tovima.gr, 09.10.2017)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.