Meaning of φρόκαλο | Babel Free
/ˈfɾo.ka.lo/Ορισμοί
-
σκουπίδι, ό,τι παρασύρει η σάρωση της σκούπας dated
-
άνθρωπος τιποτένιος, χαμηλού επιπέδου offensive
-
κακάσχημος, πολύ άσχημος άνθρωπος offensive
Παραδείγματα
“Μ' έκανε φρόκαλο, μ' έβρισε, με ταπείνωσε μπορστά σε όλους.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.