HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φραστικό ρήμα | Babel Free

Noun CEFR B2
/fɾa.stiˈko ˈɾi.ma/

Ορισμοί

  1. διλεκτικό ρήμα με πρώτη λέξη ένα απολεξικοποιημένο ρήμα και δεύτερη ένα επίρρημα ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία συχνά δυσκατανόητη βάσει των επιμέρους λέξεων· χαρακτηριστικό γερμανικών γλωσσών
  2. πολυλεκτικό ρήμα με ένα απολεξικοποιημένο ρήμα, ένα επίρρημα, πρόθεση ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία
    broadly

Παραδείγματα

“στα ελληνικά: κάνω πίσω, πέφτω έξω, κάνω γρήγορα”
“στα αγγλικά: give up (εγκαταλείπω), pull over (κάνω στην άκρη), take off (απογειώνομαι)”
“στα γαλλικά: faire vite (κάνω γρήγορα)”
“στα γαλλικά: tomber sur (συναντάω)”
“στα σλοβακικά: prísť na (καταλαβαίνω), vyjsť s (τα πάω καλά με)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φραστικό ρήμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course