Meaning of φραστικό ρήμα | Babel Free
/fɾa.stiˈko ˈɾi.ma/Ορισμοί
- διλεκτικό ρήμα με πρώτη λέξη ένα απολεξικοποιημένο ρήμα και δεύτερη ένα επίρρημα ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία συχνά δυσκατανόητη βάσει των επιμέρους λέξεων· χαρακτηριστικό γερμανικών γλωσσών
-
πολυλεκτικό ρήμα με ένα απολεξικοποιημένο ρήμα, ένα επίρρημα, πρόθεση ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία broadly
Παραδείγματα
“στα ελληνικά: κάνω πίσω, πέφτω έξω, κάνω γρήγορα”
“στα αγγλικά: give up (εγκαταλείπω), pull over (κάνω στην άκρη), take off (απογειώνομαι)”
“στα γαλλικά: faire vite (κάνω γρήγορα)”
“στα γαλλικά: tomber sur (συναντάω)”
“στα σλοβακικά: prísť na (καταλαβαίνω), vyjsť s (τα πάω καλά με)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.