Meaning of φραντζόλα | Babel Free
/franˈd͡zo.la/Ορισμοί
- ψωμί σε μακρόστενο σχήμα, σε αντίθεση με το καρβέλι
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φραντζολάς
Παραδείγματα
“※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)”
“≤ συνυπώνυμα: καρβέλι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.