Meaning of φούρναρης | Babel Free
/ˈfuɾ.na.ɾis/Ορισμοί
-
άλλη μορφή του φούρναρης idiomatic
-
επαγγελματίας που παρασκευάζει και πωλεί ψωμί· ιδιοκτήτης ενός φούρνου (κατάστημα) colloquial
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Baker
Παραδείγματα
“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“※ Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)”
“※ Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη | λίγο νερό του καφετζή | τα διώχνει ο πρώτος μ' ένα φτυάρι | κι ο άλλος λύνει το σκυλί”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.