Meaning of φούμα | Babel Free
Ορισμοί
-
κάπνισμα (τσιγάρου ή χασίς) slang, vulgar
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούμο accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“※ Και φούμα φούμα στα βοτσαλάκια / αγίους έβλεπα και αγγελάκια. / Και φούμα φούμα στη Φρεαττύδα / ότι μ’ αγάπαγες, άπιστη, είδα. (Και φούμα φούμα, στίχοι: Πυθαγόρας, μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος, ερμηνεία: Τάκης Μπίνης, 1996)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.