HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φούμα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. κάπνισμα (τσιγάρου ή χασίς)
    slang, vulgar
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούμο
    accusative, nominative, plural, vocative

Παραδείγματα

“※ Και φούμα φούμα στα βοτσαλάκια / αγίους έβλεπα και αγγελάκια. / Και φούμα φούμα στη Φρεαττύδα / ότι μ’ αγάπαγες, άπιστη, είδα. (Και φούμα φούμα, στίχοι: Πυθαγόρας, μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος, ερμηνεία: Τάκης Μπίνης, 1996)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φούμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course