Meaning of φορτωτήρα | Babel Free
/foɾ.toˈti.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φορτωτήρα
- άλλη μορφή του φορτωτήρας (αρσενικό)
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φορτωτήρας accusative, genitive, singular, vocative
-
διχαλωτή κατασκευή που χρησιμοποιείται για την φορτοεκφόρτωση ζώων dated, idiomatic
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.