Meaning of φορμαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που έχει φορμαριστεί, που έχει πάρει τη φόρμα που επιδίωκε ο ίδιος ή κάποιος άλλος
- φορμαρισμένα μαλλιά
- ο αθλητής που με εξάσκηση, σωστή διατροφή ή για άλλους λόγους που του προσφέρουν καλή φυσική κατάσταση, είναι έτοιμος για καλές επιδόσεις, είναι σε φόρμα (σε καλή φόρμα)
Παραδείγματα
“Σήμερα ήταν πολύ φορμαρισμένος, όλη η ομάδα στηρίχτηκε επάνω του”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.