Meaning of φορεμένος | Babel Free
/fo.ɾeˈme.nos/Ορισμοί
που έχει ξαναφορεθεί, δεν είναι "του κουτιού", δεν είναι αχρησιμοποίητος, που έχει ξαναχρησιμοποιηθεί ως ρούχο, είναι μεταχειρισμένος, πιθανώς φθαρμένος και πάντως δεν αποτελεί ως ένδυμα την πρώτη επιλογή κάποιου για να το φορέσει
Παραδείγματα
“Δεν θέλω το μαγιό της βιτρίνας ή της κρεμάστρας, γιατί μπορεί να είναι φορεμένο. Θέλω το ίδιο, αλλά συσκευασμένο.”
“Το κόκκινο φουστάνι είναι φορεμένο, θέλω άλλο (δηλαδή το έβαλα και χτες, με έχουν ξαναδεί με αυτό|ή μυρίζει και θέλει πλύσιμο| ή είναι μεταχειρισμένο από άλλον και δεν το προπτιμώ)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.