Meaning of φονξιοναλισμός | Babel Free
/foŋ.ksi̯o.na.liˈzmos/Ορισμοί
- πολιτική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία αξιακή-ιεραρχική προτεραιότητα έχει το εφικτό γενικό καλό παρά η εμμονή σε ανέφικτο φαντασιακό δόγμα ή προσωπικά αρεστή ιδεολογία
- φιλοσοφική ταύτιση απόψεων περί εγκεφαλικής λειτουργίας με την πληροφορική και την νευροεπιστήμη, ακύρωση της έννοιας ψυχή ή μηχανιστικός-υλικός-αντιμεταφυσικός επαναπροσδιορισμός της
- δόγμα σύμφωνα με το οποίο η λειτουργικότητα προέχει της αισθητικής με έμφαση στο σχεδιασμό υλικών
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.