Meaning of φοινικοπερίστερο | Babel Free
/fi.ni.ko.peˈɾi.ste.ɾo/Ορισμοί
κοινή ονομασία για το αποδημητικό πουλί του είδους Streptopelia senegalensis που εμφανίζεται στην Αφρική, τη Μικρά Ασία και την Αραβική και Ινδική Χερσόνησο. Συγγενικό με τη δεκαοχτούρα και το τρυγόνι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.