Meaning of φλούφλης | Babel Free
Ορισμοί
ανόητο άτομο, το οποίο λέει πολλά αλλά χωρίς νόημα
familiar, offensive
Παραδείγματα
“※ «Φλώρο», «φλούφλη» και «βούτυρο» με αποκαλούσαν κατά τα επόμενα χρόνια, άλλοτε κοροϊδευτικά ή και απειλητικά κι άλλοτε με εντελώς ουδέτερο ύφος, σαν να τους διέφευγε απλώς το πραγματικό μου όνομα.”
“※ Ο Χαρίλαος εύλογα είχε κεραυνοβοληθεί. Αυτός ο οποίος μιλούσε ήταν ένας σεβαστός σύντροφος της παλιάς φρουράς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -είχε ζήσει τις εποχές Στάλιν, Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ- κι όχι ένας «φλούφλης» ακαδημαϊκός ή Ιταλός ευρωκομμουνιστής.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.