HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φλογισμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. φλογερός, καυτός, μέσα στις φλόγες
  2. που περιγράφει τοπικό ερεθισμό, οίδημα, φλεγμονή, το φλεγμαίνον
  3. που έχει διακαές πάθος, που τον φλογίζει κάτι
    figuratively
  4. που μοιάζει να έχει φλόγες

Παραδείγματα

“Αχ! Είναι φλογισμένο το χέρι μου”
“Φλογισμένος από το όραμα της επανάστασης...”
“Όλο το χωριό θα ριχτεί επάνω μου... θα με καίνε με τα φλογισμένα τους δάχτυλα... (Λόρκα, Το Σπιτι της Μπερνάντα Άλμπα, μετάφρ. Ν. Γκάτσος)”
“ο φλογισμένος ουρανός”
“κι ο φλογισμένος βράχος στενάζοντας θα λιώσει (Τραγουδια του Πετράρχη)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φλογισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course