Meaning of φλεγμονώδη | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του φλεγμονώδης
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φλεγμονώδης
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.