HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φιξαρισμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. σταθερός, που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται
  2. που δεν αποσυναρμολογείται, για αντικείμενα π.χ. έπιπλο, δοκός, τροχόσπιτο

Παραδείγματα

“φιξαρισμένο ραντεβού, ημερομηνία (ορισμένη ημερομηνία), μηχάνημα (οι ενδείξεις ή οι προδιαγραφές του)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φιξαρισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course