Meaning of φιξαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- σταθερός, που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται
- που δεν αποσυναρμολογείται, για αντικείμενα π.χ. έπιπλο, δοκός, τροχόσπιτο
Παραδείγματα
“φιξαρισμένο ραντεβού, ημερομηνία (ορισμένη ημερομηνία), μηχάνημα (οι ενδείξεις ή οι προδιαγραφές του)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.