Meaning of φιλοπράγμων | Babel Free
Ορισμοί
- ο δραστήριος, που δεν έχει ησυχία, που θέλει διαρκώς να κάνει κάτι (συνήθως αλλά όχι και πάντα, χρήσιμο)
- που του αρέσει να ασχολείται με πολλά, ο πολυπράγμων, όχι απαραιτήτως ταυτόχρονα, ο πολυάσχολος (επειδή όμως αυτό του αρέσει και όχι επειδή επιβάλλεται από αντικειμενικές συνθήκες)
Ισοδύναμα
English
Busybody
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.