Meaning of φιλεκπαιδευτικός | Babel Free
/fi.lek.pe.ðe.ftiˈkos/Ορισμοί
- που γίνεται ή ιδρύεται από αγάπη για την εκπαίδευση
- που υποστηρίζει την εκπαίδευση και την προωθεί
Παραδείγματα
“Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος”
“Φιλεκπαιδευτική προσπάθεια”
“※ Οι Έλληνες λογίζονται φιλεκπαιδευτικός λαός. Είτε λόγω της αρχαιοελληνικής παράδοσης, είτε λόγω της γεωγραφικής θέσης και του γεωγραφικού αναγλύφου, είτε λόγω της ιδιαιτερότητας της ελληνικής γλώσσας η οποία επί Ελληνιστικών χρόνων ήταν η κυρίαρχη γλώσσα του δυτικού κόσμου, η λαϊκή σοφία έχει αποκρυσταλλωμένη άποψη υπέρ του σχολείου. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.