Meaning of φιλέλληνας | Babel Free
/fiˈle.li.nas/Ορισμοί
ξένος υπήκοος που συμπαθεί, αγαπάει, θαυμάζει ή στηρίζει τους Έλληνες, την Ελλάδα ή γενικότερα τον ελληνισμό
Ισοδύναμα
English
philhellene
Παραδείγματα
“(ιστορία) Οι Φιλέλληνες του 1821.”
“≠ αντώνυμα: ανθέλληνας, μισέλληνας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.