Meaning of φιλάρεσκος | Babel Free
/fiˈla.ɾe.skos/Ορισμοί
- που θέλει να αρέσει στους άλλους (με το ντύσιμο, τη συμπεριφορά, τα λόγια κ.λπ.)
-
που χαρακτηρίζεται από φιλαρέσκεια broadly
Παραδείγματα
“φιλάρεσκη κοπέλα”
“φιλάρεσκο χαμόγελο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.