Meaning of φαρμακωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- ο σκοτωμένος από φαρμάκι (δηλητήριο)
- που έχει δυσάρεστη γεύση στο στόμα του
-
που έχει υποστεί σοβαρό πόνο, κυρίως ψυχικό figuratively
-
ο υπερβολικά πικραμένος, ο δύστυχος, ο δυστυχισμένος figuratively
- χρησιμοποιείται και αντί του φαρμακερός, δηλαδή, που περιέχει ή που είναι εμποτισμένος με φαρμάκι
Παραδείγματα
“Ο Ρωμαίος βρήκε την Ιουλιέτα του φαρμακωμένη”
“※ Χωρίς μεζέ, φαρμακωμένος πια απ' το οινόπνευμα, ζαλιζόταν. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)”
“Ο αδελφός του έφυγε φαρμακωμένος από τα λόγια που του είχε ξεστομίσει”
“Είναι ακόμα φαρμακωμένη από τον άδικο χαμό του συζύγου της”
“Ο αέρας στην πόλη ήτανε φαρμακωμένος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.