Meaning of φαρμακογνωσία | Babel Free
Ορισμοί
- η επιστημονική μελέτη φυσικών ουσιών, κυρίως φυτών, αλλά και ορυκτών, ώστε να απομονωθούν φυσικά δραστικά συστατικά και να μελετηθούν ως φάρμακα
- φαρμακογνωσία-φαρμακολογία: τομέας του πανεπιστημιακού τμήματος της Φαρμακευτικής
Παραδείγματα
“μπορεί κάποιος να επιλέξει τη «Γενική Φαρμακογνωσία-Δρογοχημεία» ή την «Εφαρμοσμένη Φαρμακογνωσία»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.