HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φαρμακερός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. δηλητηριώδης
  2. αιχμηρός, δηκτικός, κακός
  3. δριμύς

Παραδείγματα

“※ Δεν ξέρω πώς είχα καταφέρει μόνος μου να γνωρίζω τα καλά χόρτα από τα κακά, τα φαρμακερά από τ' αθώα, θυμάμαι ακόμα πως έτρωγα και τα γαϊδουράγκαθα. (Παύλος Νιρβάνας Πρώτη αγάπη [διήγημα])”
“φαρμακερά σχόλια”
“φαρμακερό κρύο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φαρμακερός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course