Meaning of φαντασιοκόπος | Babel Free
/fan.da.si.oˈko.pos/Ορισμοί
- που φαντάζεται απραγματοποίητες καταστάσεις, τρέφεται από μάταιες ελπίδες, που ζει με χίμαιρες
- άλλη μορφή του φαντασιοκόπος
Παραδείγματα
“※ 19ος αιώνας — Κατήντησες κενόφρων καὶ ἀσύνετος φαντασιοκόπος, παιδάκι μου ! » εἶπε τέλος πάντων ἡ γραῖα γυνὴ, ἀνίκανος νὰ συνέχῃ πλέον τὴν ἔκρηξιν τῆς ἀγανακτήσεώς της”
“※ 19ος αιώνας — τέλος μιά ἀνεψιά, Κλοτίλδη Δεροζαί, ἤς ὀ πατήρ εἶχε πρό μικροῦ πέσει ἐν Ἀφρικῇ, ὡραία κόρη μελαγχρὴς, θυμώδης, φαντασιοκόπος, παραχαϊδευμένη καί τρομερά προαγγγέλλουσα”
“※ 20ός αιώνας — Η μεταφορά, με λίγα λόγια, δεν είναι το φαντασιοκόπο 'διάνθισμα' των γεγονότων. Είναι ένας τρόπος 'εμπειρίας' των γεγονότων.”
“※ Προ ημερών στον ηλεκτρονικό τύπο κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση δυσφημιστική, ψευδέστατη, φαντασιόκοπη και συκοφαντική για...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.