Meaning of φανερόγαμος | Babel Free
Ορισμοί
το είδος που έχει φανερά τα πολλαπλασιαστικά του όργανα (όρος που χρησιμοποιείται για φυτά)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.