Meaning of φανατισμός | Babel Free
/fa.na.tiˈzmos/Ορισμοί
η προσήλωση σε κάτι (ιδέα, θρησκεία, ομάδα, πολιτική, πρόσωπο) με υπέρμετρο ζήλο και μίσος προς ό,τι αντίθετο
Ισοδύναμα
English
Fanaticism
Παραδείγματα
“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.