Meaning of φαναρτζής | Babel Free
/fa.naɾˈd͡zis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο τεχνικός που επιδιόρθωνε αρχικά τις βλάβες στα φανάρια των αυτοκινήτων και γρήγορα όμως απέκτησε ως αντικείμενο όλες τις παραμορφώσεις στο αμάξωμα, εκτός από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη
- που κατασκευάζει φανάρια ή επιδιορθώνει αντικείμενα από λευκοσίδηρο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.