Meaning of Φαναριώτης | Babel Free
/fa.naɾˈʝo.tis/Ορισμοί
-
ο καταγόμενος από οικισμό με το όνομα Φανάρι demonym
- ανδρικό επώνυμο
- ονομασία που υποδήλωνε τους προνομιούχους Έλληνες που μετείχαν στη δημόσια ζωή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι οποίοι κατοικούσαν στη συνοικία Φανάρι
Παραδείγματα
“※ Ελίτ υπήρχαν πάντα. Και στα καθεστώτα που ευαγγελίζονταν αταξική κοινωνία, οι εκλεκτοί και οι νομενκλατούρες ήταν πιο ίσοι από τους άλλους. Μια παλαιότερη «ημετέρα» ελίτ με εκπληκτικό δείκτη προσαρμοστικότητας ήταν οι Φαναριώτες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.