HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φάρσωμα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. το χώρισμα, η τοποθέτηση κάπως πρόχειρης, ξύλινης μεσοτοιχίας
  2. παλιότερα, το κομμάτι, η λωρίδα, το κλάσμα, γενικά το τμήμα από κάτι

Παραδείγματα

“※ Αἱ τεγίδες ἐκαλοῦντο διατόνια ἢ πατερά, ἡ δὲ πεταύρωσις πέταυρα. Οἱ τοῖχοι ἐκαλοῦντο τοιχία, ἐνίοτε δὲ τὰ διάφορα διαμερίσματα τῆς οἰκίας ἐχωρίζοντο διὰ ξυλίνων ψευδοτοίχων, τῶν φαρσωμάτων, (Ζήσιμος Α. Τζάρτζανος, Περί των λαϊκών τεχνικών όρων της οικοδομικής (των μεγάλων αστικών κέντρων) μετά λεξικού αυτών, Τυπογραφείον Φ. Κωνσταντινίδη και Κ. Μιχάλα, Αθήνα, 1961)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φάρσωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course