HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υφαντοποικιλτικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που είναι υφασμένος και πάνω του έχει ποικίλματα
    formal
  2. η υφαντοποικιλτική: η σχετική τέχνη

Παραδείγματα

“Τα τμήματα του υφάσματος προέρχονται πιθανόν από την ταινιωτή διακόσμηση -ίσως επίρραπτη- του ενδύματος της νεκρής, που ήταν υφασμένο με την υφαντοποικιλτική μέθοδο. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υφαντοποικιλτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course