Meaning of υφαντοποικιλτικός | Babel Free
Ορισμοί
-
που είναι υφασμένος και πάνω του έχει ποικίλματα formal
- η υφαντοποικιλτική: η σχετική τέχνη
Παραδείγματα
“Τα τμήματα του υφάσματος προέρχονται πιθανόν από την ταινιωτή διακόσμηση -ίσως επίρραπτη- του ενδύματος της νεκρής, που ήταν υφασμένο με την υφαντοποικιλτική μέθοδο. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.