Meaning of υποχρεωτικός | Babel Free
/ipoxɾeotiˈkos/Ορισμοί
- που επιβάλλεται από υποχρέωση ή από ανάγκη
- που μας δημιουργεί το αίσθημα της υποχρέωσης, περιποιητικός, εξυπηρετικός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Στην Ελλάδα, είναι υποχρεωτικό να πας στον στρατό.”
In Greece, it is compulsory to join the army.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.