Meaning of υποδετήριον | Babel Free
Ορισμοί
-
ξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό εργαλείο σε σχήμα γλώσσας, που διευκολύνει το να φοράει / εφαρμόζει κάποιος το παπούτσι στο πόδι του Katharevousa
-
δερμάτινη ή πάνινη λωρίδα προσαρμοσμένη στο πίσω μέρος υποδήματος, για να εισέρχεται ευκολότερα το πόδι σʼ αυτό Katharevousa
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.