HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υποβόσκω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. υπάρχω χωρίς να γίνεται φανερή η παρουσία μου, υφέρπω, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση
  2. κάτι αρνητικό, που αυξάνεται ή δυναμώνει υπογείως (ύπουλα)

Παραδείγματα

“π.χ. παρά την ψυχραιμία, υποβόσκει η αγωνία για τα αποτελέσματα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υποβόσκω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course