Meaning of υποβόσκω | Babel Free
Ορισμοί
- υπάρχω χωρίς να γίνεται φανερή η παρουσία μου, υφέρπω, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση
- κάτι αρνητικό, που αυξάνεται ή δυναμώνει υπογείως (ύπουλα)
Παραδείγματα
“π.χ. παρά την ψυχραιμία, υποβόσκει η αγωνία για τα αποτελέσματα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.