HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υποαπασχόληση | Babel Free

Noun CEFR C1
/i.po.a.paˈsxo.li.si/

Ορισμοί

  1. περιορισμένη απασχόληση ατόμου με λίγες ώρες εργασίας
  2. περιορισμένη προσφορά εργασίας είτε ως προς τις ώρες εργασίας, είτε ως προς τον αριθμό θέσεων εργασίας

Παραδείγματα

“※ Φοβάμαι όμως ότι η ανία της υποαπασχολήσεως δεν ήταν το μοναδικό ελατήριο της πνευματικής του δραστηριότητας. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υποαπασχόληση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course