HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπηρεσιακός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/i.pi.re.si.aˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με κάποια υπηρεσία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή σχετίζεται μ’ αυτή
  2. για υπάλληλο που είναι τυπικός και προσηλωμένος στη δουλειά του
  3. που είναι προσωρινός σε κάποια θέση

Ισοδύναμα

English Official

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπηρεσιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course