Meaning of υπηρεσιακός | Babel Free
/i.pi.re.si.aˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με κάποια υπηρεσία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή σχετίζεται μ’ αυτή
- για υπάλληλο που είναι τυπικός και προσηλωμένος στη δουλειά του
- που είναι προσωρινός σε κάποια θέση
Ισοδύναμα
English
Official
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.