Meaning of υπερστερεό | Babel Free
Ορισμοί
- μαθηματική οντότητα που γενικεύει την έννοια του στερεού σε διαστάσεις πέραν των τριών
-
φυσική κατάσταση της ύλης που αφορά ένα υλικό που συνδυάζει ιδιότητες στερεού και υπερρευστού, δηλαδή μπορεί να έχει δομή στερεού αλλά ταυτόχρονα να ρέει χωρίς αντίσταση neologism
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.