HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπερορθόδοξος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/i.pe.ɾoɾˈθo.ðo.ksos/

Ορισμοί

που εφαρμόζει απαρέγκλιτα όσα η σωστή (κατά τη γνώμη του) πίστη του ορίζει, φτάνοντας σε ακρότητες

Παραδείγματα

“※ Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη ανάμεσα στους υπερορθόδοξους Εβραίους, που αποτελούν το 11% του πληθυσμού (…). Οι γυναίκες των υπερορθοδόξων είναι υποχρεωμένες να εργάζονται και συντηρούν τις οικογένειές τους ενώ οι άντρες απλά διαβάζουν τις ιερές γραφές. Η ζωή τους διέπεται από το τρίπτυχο εργασία, υπακοή, γέννα (κατά μέσο όρο επτά παιδιά). Ζουν απομονωμένες, κυκλοφορούν σκεπασμένες από την κορφή ως τα νύχια, ξυρίζουν το κεφάλι τους (τα μαλλιά θεωρούνται όχημα λαγνείας), φορούν καπέλα ή περούκες όταν κυκλοφορούν στον δρόμο, πρέπει να βαδίζουν σε διαφορετικά πεζοδρόμια, όπως και να καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους σε λεωφορεία, δημόσιες εκδηλώσεις, σχολεία, χωρίς τη δυνατότητα να εκφράζουν άποψη ή να παίρνουν αποφάσεις, αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. (Εφημερίδα των Συντακτών, 22.08.2019)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπερορθόδοξος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course